πτύξις


πτύξις
πτύξις, , das Falten

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πτύξις — πτύξῑς , πτύξις folding fem acc pl (epic doric ionic aeolic) πτύξις folding fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύξις — εως, ἡ, ΜΑ βλ. πτύξη …   Dictionary of Greek

  • πτύξεις — πτύξις folding fem nom/voc pl (attic epic) πτύξις folding fem nom/acc pl (attic) πτύσσω fold aor subj act 2nd sg (epic) πτύσσω fold fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύξιν — πτύξις folding fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύξη — η / πτύξις, εως, ΝΜΑ [πτύσσω] το δίπλωμα, η δίπλωση, το να διπλώνει κανείς κάτι νεοελλ. 1. βοτ. το πρότυπο διάταξης τών φύλλων στον οφθαλμό 2. ναυτ. φρ. «πτύξη ιστίων» το τύλιγμα και δέσιμο τών ιστίων χωρίς να λυθούν από τη θέση που βρίσκονται… …   Dictionary of Greek

  • πτύξεως — πτύξεω̆ς , πτύξις folding fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.